Δεν υπάρχει στέγη στα Χανιά

“Δεν υπάρχει στέγη στα Χανιά”. Μια καθημερινή φράση που συνοψίζει μια υπαρκτή κατάσταση, ενώ συγχρόνως δεν καταφέρνει να ανοίξει μια συζήτηση σε βάθος. Φοιτητές, μετανάστες και εσωτερικά μετακινούμενοι εργαζόμενοι δεν έχουν πρόσβαση σε σπίτι με λογικές τιμές ενοικίων. Ταυτόχρονα, πρόσφυγες και άστεγοι δεν έχουν πρόσβαση ούτε σε στοιχειώδεις υποδομές πρόνοιας. Η ανενόχλητη επέλαση του τουριστικού έναντι του αστικού χαρακτήρα της πόλης, καταλήγει σε θάλασσες τουριστών, θάλασσες τραπεζοκαθισμάτων, ακραία προσφορά φολκλόρ εμπορευμάτων και μια τουριστική θεαματοποίηση των πάντων. Και ποιος θα πάει κόντρα στην ανάπτυξη, και μάλιστα την τουριστική, που θεωρείται στην Ελλάδα μια από τις πιο αποδοτικές μορφές της; Σε ποιανού τα αυτιά μπορεί να φτάσει μια ιδέα ευημερίας χωρίς -ή καλύτερα ενάντια στην- ανάπτυξη και τελικά τί αντανακλαστικά επικαλείται; Σε ποιό πλαίσιο μπορεί να τεθεί αυτό το λίγο ή πολύ τετριμμένο ζήτημα; Έτσι ώστε να μην φαντάζει το ζήτημα της στέγης, του βιοπορισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού, τόσο απροσπέλαστο; Και τελικά να μας οδηγει σε θεωρίες και πρακτικές χρήσιμες και πραγματικές ως προς την καθημερινή μας ζωή;

Το στεγαστικό πρόβλημα δεν είναι πρωτοφανές φαινόμενο και συνδέεται άμεσα με τις αλλαγές στην Οικονομία. Στον καπιταλισμό, η καταστροφή κοινωνικών σχέσεων και η αντικατάστασή τους από νέες αποτελεί δομικό στοιχείο. Παρατηρείται αποκλεισμός, όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού, από μια αξιοπρεπή και βιώσιμα κοστολογημένη κατοικία. Οι επιθετικές κρατικές πολιτικές των τελευταίων ετών (αύξηση φόρων ακινήτων, πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας), σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ανεργία και την φτωχοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας, οδηγούν στην απώλεια στέγης και στον αποκλεισμό από το δημόσιο χώρο και την κοινωνική ένταξη.

Το κράτος, ενώ έχει συμβάλλει τα μέγιστα στην διαμόρφωση αυτής της κατάστασης, καλείται τώρα να την διαχειριστεί ως πρόβλημα. Οι διάφορες υπηρεσίες πρόνοιας, τα πολλά και διαφορετικά επιδόματα και οι υπηρεσίες ασύλου είναι κάποια από τα εργαλεία που του επιτρέπουν να έχει πρόσβαση στην διαχείριση αυτού του πληθυσμού, που το ίδιο έχει θέσει στο περιθώριο. Έχοντας αποποιηθεί το ρόλο του ως κράτος πρόνοιας, έχει εκχωρήσει εργολαβικά αυτήν την διαχείριση στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Κατά συνέπεια, οι άστεγοι αντιμετωπίζονται με το κριτήριο παράτασης της ζωής – χωρίς αξιοπρέπεια και χωρίς προοπτικές. Ακόμα και ο ορισμός του άστεγου στην Ελλάδα (Νόμος 4052/2012) δεν περιλαμβάνει μετανάστες χωρίς χαρτιά, σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ε.Ε. (FEANSA- European Federation of National Organizations working with the Homeless). Ειδικότερα στον δήμο Χανίων η μόνη δομή που υπάρχει είναι το καταφύγιο αστέγων, με περιορισμένο αριθμό θέσεων και ωράριο λειτουργίας 19:00-08:00. Το υπνωτήριο λειτουργεί έκτακτα, όλο το 24ώρο, μόνον όταν το θερμόμετρο φτάσει στους μηδέν βαθμούς Κελσίου ή πνίγεται ο τόπος. Με λίγα λόγια, δημιουργείται κατ’ εξαίρεση αυτή η συνθήκη μόνον σαν αντιμετώπιση της αύξησης της πιθανότητας απώλειας ζωής ή βαριάς ασθένειας.

Η διαχείριση αυτή όμως περιλαμβάνει και τους μετανάστες, με ή χωρίς χαρτιά. Οι πρώτοι, βιώνοντας τον ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό, αδυνατούν να έχουν πρόσβαση σε αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης και ένταξης, ενώ η εκμετάλλευση της εργατικής τους δύναμης από τα ντόπια αφεντικά υποβαθμίζει περαιτέρω το βιοτικό τους επίπεδο. Οι δεύτεροι ζουν υπό τον διαρκή φόβο να μην περάσουν εξάμηνα σε κρατητήρια, ή ακόμα και έγκλειστοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης του ελληνικού κράτους, δηλαδη αόρατοι και στο φάσμα της παρανομίας. Η “στέγαση” των εργατών γης σε αποθήκες και θερμοκήπια των αφεντικών εξακολουθεί, εργαζόμενοι μετανάστες συνεχίζουν να μένουν δέκα δέκα σε τρώγλες, και οικογένειες πηγαινοέρχονται μεταξύ ανύπαρκτων δομών φιλοξενίας.

Ωστόσο, το ζήτημα της αστεγίας αφορά ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού, το οποίο έρχεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της στεγαστικής επισφάλειας και των εξώσεων, με τα ακραία ποσά που ζητούνται για ενοίκια και γενικά με την έλλειψη διαθέσιμων βιώσιμων επιλογών κατοίκησης. Οι κοινωνικές κατηγορίες που βρίσκονται υπό καθεστώς συνεχούς επισφάλειας είναι οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι, οι φοιτητές και οι άνεργοι, που το μόνο που τους διαχωρίζει από αυτούς που βρίσκονται τελεσίδικα άστεγοι, είναι τα προνόμια που τους παρέχει η μπλε ταυτότητα του Έλληνα πολίτη – κι οι κοινωνικές σχέσεις που έχουν αναπτύξει στη νηνεμία αυτών των προνομίων. Πλην όμως, το ζήτημα της επισφαλούς στέγασης αφορά όλους μας και όποια επιδόματα μάς προσφέρει κατά καιρούς η κρατική διαχείριση, δεν είναι παρά, στην καλύτερη περίπτωση, η ελάχιστη επιστροφή όσων έχουν κλαπεί, αφού η στέγη, το νερό και το ρεύμα θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτα κοινωνικά αγαθά.

Ένας ακόμη παράγοντας που συντελεί στο στεγαστικό πρόβλημα στην πόλη των Χανίων (και όχι μόνο, απλώς εδώ είναι ιδιαίτερα οξυμένο), είναι η δυνατότητα που παρέχεται στην μικρή ιδιοκτησία να μισθώνει βραχυπρόθεσμα τα οικήματά της σε τουρίστες -ως ένας άλλος ξενοδοχειακός πόλος- αποκομίζοντας διπλάσια και τριπλάσια κέρδη σε σύγκριση με την μακροχρόνια ενοικίασή τους.

Η μικροϊδιοκτησία έχει μια ιδιαίτερη θέση στο ζήτημα κατανομής του πλούτου της ελληνικής πόλης. Ιστορικά, το φαινόμενο της αντιπαροχής έδωσε τον παλμό στην ελληνική αστικοποίηση και στο βαθμό που αναλογεί στον κατασκευαστικό κλάδο και στην εκβιομηχάνιση της Ελλάδας. Δηλαδή, τόσο του νεωτερικού Ελληνικού κράτους, πολιτικά – ενός “φτωχού εταίρου” που πάσχιζε να εξευρωπαϊστεί, όσο και του Ελληνικού έθνους, κοινωνικά – ενός λαού που είχε εν πολλοίς αγροτικές καταβολές και όδευε στον αβέβαιο μοντερνισμό. Με την ανάδυση μιας πλεγματικής δομής μικρών κατασκευαστικών εταιρειών, ο κάθε ιδιοκτήτης μιας προνεωτερικής κατοικίας στην πόλη, απέκτησε τη δυνατότητα να τους την παραδώσει για να σηκώσουν στη θέση της μια πολυκατοικία, μένοντας ο ίδιος με τρία-τέσσερα διαμερίσματα, που συνήθως προορίζονταν για τους κληρονόμους της πυρηνικής του οικογένειας. Στον εργολάβο έμενε να πουλήσει τα υπόλοιπα διαμερίσματα, στο κύμα της αστικοποίησης: είτε σε ανερχόμενους μεσοαστούς που ήταν ή έρχονταν στις πόλεις να δουν τί γίνεται, είτε σε πρώην αγρότες που ήρθαν με το ζόρι, υπό τις κάννες του “εθνικού” στρατού με τις μετεμφυλιακές αναγκαστικές μετακινήσεις. Όλοι αυτοί μαζί, πραγματοποίησαν το φαντασιακό του εκσυγχρονισμού με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Το κράτος ενορχήστρωσε το πέρασμα στην “ευδαιμονία της Δύσης”, δια της συνειδητής του απουσίας από την ευθύνη της πολεοδόμησης, εφαρμόζοντας μόνο μια σειρά από διατάξεις όπως η επέκταση των ορίων πόλης και η αύξηση του συντελεστή δόμησης, που “έκλειναν το μάτι” στην μικρή ιδιοκτησία.

Τώρα, με την μαζικοποίηση του AirBnb και συναφών υπηρεσιών, αναδύεται ένα φαινόμενο αντίστοιχο και υπό κάποιο πρίσμα, ιστορικά συνεχές με αυτό της αντιπαροχής, κατά το οποίο οι σημερινοί μικροϊδιοκτήτες επιδιώκουν κάποιο κομμάτι απ’ τη μεγάλη τούρτα του τουρισμού.

Όποια θέση όμως κι αν έχει κανείς για τη μικρή ιδιοκτησία, η γενίκευση της βραχυπρόθεσμης μίσθωσης διαταράσσει τις αξίες της ακίνητης περιουσίας και πρέπει να γίνει κατανοητή στο πλαίσιο εντός του οποίου γίνεται εφικτή, δηλαδή στην λεγόμενη “οικονομία του διαμοιρασμού”. Στο πλαίσιο της, που λειτουργεί αποκλειστικά μέσω διαδικτύου και βασίζεται στην κοινή χρήση αγαθών που μπορεί να χρησιμοποιούνται μερικώς (π.χ. σπίτια με διαμονή, αυτοκίνητα με διαμοιρασμό των εξόδων ή με αμοιβή για την κούρσα) αναδύεται ένα νέο βιοπολιτικό μοντέλο. Πέρα από τα big data και τις πλατφόρμες αγορών, η ψηφιοποίηση διαταρράσει την ολότητα της ζωής. Μετατρέποντας το σπίτι σε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών, πραγματοποιείται μια επιπλέον εξαγορά των μικροϊδιοκτητών από τις εν λόγω πλατφόρμες, μια εξαγορά που στηρίζεται στην ευκολία αναζήτησης πελατών και την υπόσχεση ενός κέρδους από “κάτι που κάθεται”. Περιορίζοντας την οπτική τους στο εύκολο χρήμα, οι μικροϊδιοκτήτες χάνουν -ή αδιαφορούν εντελώς για- την μεγαλύτερη εικόνα που αναδύεται όταν το φαινόμενο αυτό μαζικοποιείται: την “αποστείρωση” της γειτονιάς τους, τη διάλυση των σχέσεων γειτνίασης εντός των οποίων είχαν μεγαλώσει, τον εκτοπισμό των λιγότερο προνομιακών στρωμάτων και γενικά έναν κοινωνικό κανιβαλισμό που οδηγεί σε μια αντίστοιχη καταστροφή με αυτήν της αντιπαροχής, αυτή την φορά όχι στο τοπίο της πόλης αλλά στις ίδιες τις σχέσεις του κοινωνικού ιστού της.

Σημαντική είναι και η διαμεσολάβηση της μικρο-επιχειρηματικότητας της βραχυπρόθεσμης μίσθωσης. Πρώτον, με τη φορολόγηση από το κράτος, στη συνέχεια με τις εταιρείες “διαχείρισης” που δήθεν θα καταστήσουν την ιδιοκτησία τους πιο ελκυστική και τέλος με την είσοδο στο παιχνίδι των “μεγάλων παικτών” της κτηματομεσιτικής αγοράς, όπως ήδη συμβαίνει σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας.

Ο εξευγενισμός (gentrification) είναι ακόμα μια αναφορά που κρίνεται σκόπιμο να γίνει σχετικά με αυτήν την κριτική στο ζήτημα της στέγης. Πρόκειται για μια έννοια που περιγράφει την στοχευμένη υποβάθμιση μιας γειτονιάς, συνήθως εντός ενός αστικού κέντρου, στη συνέχεια την εποίκησή της με πολιτισμική κινητικότητα, που τελικά οδηγεί στην αναβάθμισή της και την άνοδο των αξιών γης, και η οποία συνήθως συμπληρώνεται και με μια αστική ανάπλαση από θεσμικούς φορείς (πεζοδρομήσεις κλπ). Το χάσμα στις τιμές ενοικίων που δημιουργείται έχει σαν αποτέλεσμα τον εκτοπισμό των παλαιότερων κατοίκων της γειτονιάς και κατά συνέπεια την αλλαγή του χαρακτήρα της, από κάτι που έχει διαμορφωθεί σταδιακά μέσα στο χρόνο σε κάτι που, στρατηγικά και με συνοπτικές διαδικασίες, στη δίνη της μόδας και του hype, στήνεται για να πουλήσει. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι η τουριστικοποίηση αποτελεί φαινόμενο με πολλές αντιστοιχίες με τον εξευγενισμό, αν όχι απλώς υποκατηγορία του.

Η μετάλλαξη της πόλης που ζούμε, με γοργούς ρυθμούς, τείνει να δημιουργήσει μια ασφυκτική κατάσταση για τους περισσότερους από εμάς. Ο μετασχηματισμός ολόκληρων περιοχών σε τουριστικά κέντρα ή σε εμπορικές ζώνες περιφράσσει και εκχυδαΐζει τους τόπους στους οποίους ζούμε, κινούμαστε, εργαζόμαστε, ερωτευόμαστε, οργανωνόμαστε και παρεκτρεπόμαστε. Η “εξυγίανση” και η αστυνόμευση του δημόσιου χώρου που συνοδεύει την εμπορευματοποίησή του – πολλές φορές μετά από αιτήματα “επιτροπών κατοικών” ή “συλλόγων επιχειρηματιών” με την υποστήριξη μπράβων και πορτιέρηδων- ενισχύει ακόμα περισσότερο την στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων όπως οι άστεγοι και οι μετανάστες, εκτοπίζοντας τους στο περιθώριο.

Είναι γεγονός ότι με τέτοια εισροή ξένων χρημάτων για ξόδεμα, κινούνται περισσότερα χρήματα στις τουριστικές περιοχές έναντι των μη τουριστικών. Μεταξύ ποιών κινούνται όμως, και πώς κατανέμονται; Ο μύθος στον οποίο στηρίζονται κοινωνικά όλα αυτά, και ο οποίος καλλιεργείται επιμελώς και με περισσότερη ένταση την τελευταία δεκαετία, είναι πως ο τουρισμός θα αναβαθμίσει τη ζωή και των χαμηλότερων κοινωνικά στρωμάτων. Όμως αυτή η αξίωση δε μπορεί να ανταποκριθεί στην πραγματικότητα των μισθών, ούτε στις ουρές του ΟΑΕΔ με το πέρας της τουριστικής σεζόν. Αλλά, περισσότερο από καθετί άλλο, οξύμωρο παραμένει ότι ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού της πόλης, ενώ συνεισφέρει από κάποιο πόστο σε αυτή τη βιομηχανία, την ίδια στιγμή αδυνατεί να βρει σπίτι με ανθρώπινους όρους ή κινδυνεύει να χάσει αυτό που ήδη νοικιάζει. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat το 2017 στην Ελλάδα τα δύο τρίτα των ενοικιαστών έδιναν για ενοίκιο το 50% του εισοδήματός τους, ενώ συγκριτικά οι ενοικιαστές της Ε.Ε. σχεδόν το 15%.

Υπάρχουν κάποιες “κόκκινες γραμμές” -ή τουλάχιστον έτσι θα ‘πρεπε να ‘ναι- όσον αφορά τις βασικές ανάγκες όλων. Υγεία, στέγη, ρεύμα και νερό πρέπει να είναι προσβάσιμα στους πάντες, δηλαδή να γίνουν αντιληπτά ως κοινά: οι φυσικοί και πολιτισμικοί πόροι στους οποίους έχουν πρόσβαση όλα τα μέλη μιας κοινωνίας. Όσο η εμπορευματοποίησή τους προχωρά δίχως οργανωμένες αντιστάσεις, τόσο περισσότερο συνηθίζουμε στον παραλογισμό και υποτασσόμαστε στον εκβιασμό των ιδιοκτητών αυτών των αγαθών. Η διεκδίκηση -ή η συλλογική αναπαραγωγή- αυτών των κοινών, δεν θεωρούμε ότι μπορεί να είναι μονοθεματική και να εκφραστεί μόνον με ρητά και νοικοκυρεμένα “αιτήματα” απέναντι στους κρατικούς θεσμούς. Πρώτο και κύριο, οφείλει να μεταναστεύσει στη φαντασία των κατοίκων μιας πόλης, ώστε να την αντιληφθούν ως δική τους. Μετά, να πραγματωθεί ως μια κουλτούρα κατοίκησης αυτής της πόλης, που να μετατρέψει αυτό το αχανές πράγμα που λέμε κοινωνία σε κοινότητες ανθρώπων, που έχουν -σε κάποιο κάθε φορά βαθμό- ουσιαστικές σχέσεις και δημιουργικές δραστηριότητες μεταξύ τους. Και τότε ίσως να έχει νόημα -αλλά και να είναι περισσότερο εφικτή- μια ισορροπία μεταξύ της συλλογικοποίησης “από τα κάτω” (συνελεύσεις, καταλήψεις και οριζόντιες συνεργασίες στο βιοπορισμό) και των πολιτικών διεκδικήσεων ως αγώνων ορατότητας (πιέσεις για κοινωνική στέγαση, αποδαιμονοποίηση των καταλήψεων στέγης). Γιατί, όσο σκάβεις να βρεις τις ρίζες της αδικίας και του παραλογισμού, το μόνο που βρίσκεις είναι περισσότερες διακλαδώσεις αυτού που χαϊδευτικά αποκαλούμε “σύστημα”. Εμείς καταλήγουμε στο εξής:

Η καπιταλιστική ιδιοκτησία ως έννοια, αλλά και ως πραγματικότητα, είναι εχθρική προς την ελευθερία και τους κοινούς τόπους που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε. Το “επιχειρείν” πλέον έχει αποικίσει κάθε σπιθαμή χώρου, αφού πρώτα αποίκησε το μυαλό. Ζούμε περικυκλωμένοι από μεθόδους κερδοφορίας. Μέσα από τις διαφημίσεις των τουριστικών πρακτόρων, η φιλοξενία αλλοιώνεται ως προς το νόημά της, για να επιστρέψει μεταλλαγμένη σε τουριστικό προϊόν, δηλαδή τη φιλοξενία μετ’ αποδοχών. Όπως άλλωστε κι η γνησιότητα, η παράδοση, η εντοπιότητα και ό,τι άλλο βγαίνει στο παζάρι της αυτο-προώθησης. Δηλαδή σ’ένα έδαφος ολισθηρό, όπου βασιλεύει η κοντόφθαλμη οπτική ενός βραχυπρόθεσμου κέρδους. Αυτό, στο μέλλον, δε θα αποδίδει πια, αφού θα έχει καταστρέψει τον ίδιο τον τόπο, ρίχνοντας το βάρος μόνο στον τουρισμό – και όχι στη γεωργία, τη βιοτεχνία, την παιδεία, τον πολιτισμό, την αποκέντρωση κλπ. Έτσι, εξαντλείς την κληρονομιά αντί να την αναπαράγεις, υποκύπτοντας στην αρπακόλλα κι αφήνοντας πόλη και ύπαιθρο έρμαιο στους επενδυτές, που δεκάρα δε δίνουν για τα κοινωνικά και τα περιβαλλοντικά κόστη και τις συνέπειες τους. Το ξεπέρασμα της ιδέας πως η στέγη μπορεί να μετατρέπεται σε εμπόρευμα, ή το ξεπέρασμα της ιδέας ότι τα κίνητρα μιας δράσης είναι πρώτα και κύρια οικονομικά, το τί τελικά μας συμφέρει και ως προς ποιές αξίες, όπως και για πόσο ακόμα θα μας συμφέρει και τί υποθηκεύουμε στην πραγματικότητα, ίσως αποτελέσουν τα βήματα προς τη συνειδητοποίηση του αγώνα που έχουμε να δώσουμε. Κι αυτός ο αγώνας θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τον κόσμο της εργασίας, αλλά κι όσους/ες “περισσεύουν” και “σπρώχνονται”.

Τα “γιατί” με πολλούς τρόπους έχουν ειπωθεί, κι όχι μονάχα από μας. Τα “πως” αφορούν όλα εκείνα τα εδάφη που πρέπει να φτιάξουμε, σαμποτάροντας παράλληλα την εύρυθμη λειτουργία της τουριστικής βιομηχανίας. Με τη φυσική, πολιτισμική και πολιτική παρουσία μας στο δημόσιο χώρο, με την έμπρακτη αλληλεγγύη μας απέναντι στις εξώσεις και σε όσες/όσους διεκδικούν το δικαίωμα στη στέγη με άλλους τρόπους. Με την συσπείρωση των εργαζομένων στον τουρισμό και την αμείλικτη στάση τους απέναντι στις υποβαθμίσεις των απολαβών και των συνθηκών εργασίας τους. Με την προσφορά στην κοινότητα με τρόπο ανιδιοτελή και πολιτικό και την απο-θεαματοποίηση του έργου μας, του τόπου μας και της ζωής μας.

Κατάληψη Rosa Nera

Ιούνιος 2019

 

 

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ(Σ) Ο ΑΝΤΡΕΑΣ!

Ο Αντρέας είναι μουσικός που ζει στα Χανιά και βιοπορίζεται από την μουσική στο δρόμο και αλλού. Έχει δεχτεί κατ’ επανάληψη απειλές και προπηλακισμούς από μπράβους του λιμανιού και λιμενικούς, επιδεικνύοντας πάντα την ίδια σθεναρή διάθεση για αντίσταση στην αυθαιρεσία της εξουσίας.

Στις 8 Μάη του 2019, Τετάρτη μεσημέρι, ενώ έπαιζε μουσική μπροστά στο Κ.Α.Μ. τον προσέγγισαν τρεις λιμενικοί με εμφανείς επιθετικές διαθέσεις, απαιτώντας να φύγει. Όταν ο Αντρέας υπερασπίστηκε το δικαίωμα στο δημόσιο χώρο, οι λιμενικοί άρχισαν να βρίζουν, να αγριεύουν και να βάζουν τα χέρια στις λαβές των όπλων για να τρομοκρατήσουν τον ίδιο και δύο ακόμα φίλους που διαμαρτύρονταν για την συμπεριφορά τους.

Στη συνέχεια έριξαν βίαια τον Αντρέα στο πλακόστρωτο, τον χτύπησαν και τον πάτησαν με γονατιά στο κεφάλι. Τα σημάδια στο πρόσωπό του ήταν ορατά για αρκετές μέρες μετά την επίθεση που δέχτηκε. Του πέρασαν χειροπέδες και τον έσυραν στο λιμεναρχείο με την κατηγορία της αντίστασης κατά της αρχής. Εκεί ακολούθησε ψυχολογικός πόλεμος, νέες απειλές και εκβιασμοί. Μετά από ώρα του επέβαλαν πρόστιμο 200 ευρώ για “παράνομη διεξαγωγή συναυλίας με εμπορικό σκοπό” (!) και τον άφησαν.

Την Πέμπτη 9 Μάη, στις 6 το απόγευμα, πραγματοποιήθηκε αυθόρμητη μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο σημείο της σύλληψης με στόχο την καταγγελία του συμβάντος. Παράλληλα οι μουσικοί έπαιξαν στο σημείο και στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε διαδήλωση με πολιτικές και μουσικές παρεμβάσεις στο λιμάνι και σε δρόμους της παλιάς πόλης, δείχνοντας έμπρακτα ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι τσιφλίκι κανενός μπάτσου και μαγαζάτορα του λιμανιού.

Όλα αυτά δεν μας είναι καινούρια. Η συνεργασία μεταξύ μπράβων, επιχειρηματιών της εστίασης, μπάτσων και λιμενικών είναι γνωστή από καιρό. Η “αποστείρωση” του παλιού λιμανιού είναι κομμάτι μιας άκρατης τουριστικοποίησης που διαλύει την πόλη και τους ανθρώπους, μετατρέποντας το φυσικό τοπίο, την ιστορία και την παράδοση του τόπου σε μια “βιτρίνα” κατανάλωσης.

Ο Αντρέας δεν είναι μόνος. Μαζί του είμαστε όλες και όλοι εμείς που ξέρουμε στο πετσί μας τι σημαίνει “σεζόν”.

Δηλώνουμε κατηγορηματικά ότι:

  • Αντιστεκόμαστε στη βία της εξουσίας σε κάθε μορφή της
  • Καλούμε στην ανακατάληψη και επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου
  • Παραμένουμε οργισμένοι/ες με το συμβάν της ακραίας καταστολής σε βάρος του μουσικού του δρόμου.

Κατάληψη Rosa Nera

Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

“μου άρεσαν οι κατάλογοι διακοπών, η αφαιρετικότητά τους, ο τρόπος που έχουν να περιορίζουν ολόκληρο τον πλανήτη σε συγκεκριμένες εικόνες δυνητικών απολαύσεων και τιμών- έτρεφα ιδιαίτερη εκτίμηση στο σύστημα αξιολόγησης με τα αστεράκια, που υποδεικνύει την ένταση της ευτυχίας στην οποία μπορείς να ελπίζεις”

Mισέλ Oυελμπέκ

Ζώντας σε μια πόλη που υποφέρει από την επέκταση της τουριστικής βιομηχανίας, δε μπορούμε να παραβλέπουμε τις οικονομικο-κοινωνικές επιπτώσεις στην ποιότητα της ζωής μας αλλά και στη ζωή των μελλοντικών γενεών.

Μιλώντας για τουρισμό, στην ουσία μιλάμε γι’ αυτή τη βιομηχανία πώλησης εμπειριών με τη συνακόλουθη εμπορευματοποίηση του ελεύθερου χρόνου και του τόπου. Μέσα από την νοοτροπία του τουρισμού, η τάση των ανθρώπων για ταξίδι, αναζήτηση κι εμπειρίες τυποποιείται σαν προϊόν προς πώληση και κατανάλωση. Αντίθετα με τους περιηγητές του μακρινού παρελθόντος, ο σύγχρονος τουρίστας δεν οφείλει να προσαρμοστεί στα έθιμα και τη γλώσσα του τόπου, αλλά μεταμορφώνει τον τόπο έτσι ώστε ο τελευταίος να γίνει προσβάσιμος και προβλέψιμος, ενισχύοντας μια άλλη σχέση με την παράδοση. Μια σχέση κατανάλωσης κι εκμετάλλευσης στο πλαίσιο της οποίας το παρελθόν τείνει να μοιάζει με ενα κολάζ απολιθωμένων εικόνων δίχως ουσιαστικό βίωμα, δίχως βάθος νοήματος.

Η αναζήτηση του ταξιδιώτη αναλώνεται στην επιβεβαίωση αυτών που διάβασε στους τουριστικούς οδηγούς. Η παραγωγή κι εμπορία “αυθεντικών εμπειριών” μετατρέπει τους τουρίστες σε κυνηγούς βιωμάτων και τους ντόπιους σε ηθοποιούς μιας σκηνοθετημένης αυθεντικότητας. Τουριστικά λάφυρα (σουβενίρ κ.λ.π.), φωτογραφίες και κάθε είδους πειστήρια μιας σκηνογραφίας του τόπου, πλαισιώνουν ένα άχρηστο εμπόριο γύρω από το οποίο αμοίβονται όλοι, ακόμα και οι φτωχοί (σαν τους κομπάρσους κάποιου κακόγουστου έργου). Έτσι βλέπουμε κοινότητες να επαναφέρουν ξεχασμένα παραδοσιακά έθιμα με στόχο να τα αναβιώσουν ως θέαμα για τουριστική κατανάλωση. (Αλήθεια, ποιός ντόπιος κυκλοφορεί σήμερα στην πόλη με άμαξα;;;)

Επιπρόσθετα, η παρουσία εκατομμυρίων ανθρώπων δίχως διάρκεια, δίχως δέσμευση, δίχως κρίση, συμβάλλει στη διάλυση του κοινωνικού ιστού, ενώ παράλληλα ενισχύει τη δίψα για κερδοφορία στους παραγωγούς της τουριστικής βιομηχανίας.

Σαν τους παπάδες που υπόσχονται τη γη της επαγγελίας, ολόκληρος ο μηχανισμός των εθνικών και υπερεθνικών αρχών -από τα δημοτικά συμβούλια μέχρι το ευρωπαϊικό κοινοβούλιο- συστρατεύεται σε μια πολιτική κέρδους που δελεάζει τα χωριά, τις πόλεις και τα κράτη με σχέδια οικονομικής σωτηρίας, υποσχόμενα ένα μέλλον “βιώσιμο”, “αναπτυξιακό”, “κερδοφόρο”.

Συγχρόνως, οι διεθνείς αξιώσεις για πιστοποίηση και άρα τυποποίηση του τουριστικού προϊόντος τείνουν να ομογενοποιούν τους τουριστικούς προορισμούς με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να ωθούνται στην ομοιομορφία των ηθών και των τρόπων ζωής. Οι μόνες αυθεντικότητες που απομένουν μέσα σ’ αυτήν την τουριστική βιομηχανία είναι η διαρκής υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας, οι αυξανόμενες τιμές των ενοικίων και η εξαργύρωση της παράδοσης.

Κάτω από αυτή τη συνθήκη, η αδιάλειπτη σύγκρουση των νόμων της καπιταλιστικής αγοράς με τους αγώνες για δημοκρατική θέσμιση αφήνει έντονα τα σημάδια της πάνω στο στεγαστικό ζήτημα. Η διαρκής μεγέθυνση του τουρισμού αυξάνει τις απαιτήσεις για τουριστικά καταλύματα σε βάρος της ανάγκης για μόνιμη κατοικία -για όσους δεν έχουν δικό τους σπίτι. Το δικαίωμα στη στέγη παραγκωνίζεται για λόγους κερδοφορίας. Μικροί και μεγάλοι ιδιοκτήτες καθώς και καταναλωτές του τουρισμού, συνδράμουν όλοι στον εκτοπισμό των κατοίκων. Την ποσοτικοποίηση κι εμπορευματοποίηση που συνεπάγεται η τουριστική μεγέθυνση, ακολουθεί ο κοινωνικός καννιβαλισμός. Εξώσεις, προσωρινότητα της διάθεσης των σπιτιών, παραιτήσεις δημοσίων υπαλλήλων και φοιτητών που δε βρίσκουν σπίτι, αυξήσεις των ενοικίων και διάλυση των γειτονιών, φαίνεται να μην ανησυχούν τους τουριστοκάπηλους.

Από την άλλη, οι διαστάσεις του φαινομένου που λέγεται Airbnb αφορούν πλέον όλη την κοινωνία και κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών ακόμη κι αν δε γνωρίζει ότι τη βίαιη ξενοδοχοποίηση του τόπου θα ακολουθήσει η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Ήδη ξεκίνησαν οι μεγάλοι εθνικοί και υπερεθνικοί οργανισμοί να αναζητούν ακίνητα για μαζική αγορά με στόχο να τα θέσουν στην πλατφόρμα του Airbnb. Παράλληλα, η χώρα που ζούμε κατέχει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά σε εγκαταλελλειμμένα κτίρια σ’ όλη την ευρώπη.

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση, μόνο η συλλογική αντίσταση των εκτοπισμένων απο την τουριστική βιομηχανία, μπορεί να προλάβει μια ανεπίστρεπτη καταστροφή της ποιότητας του τόπου και της ζωής μας. Αρκεί να αναλογιστούμε ποιοι είναι οι ενορχηστρωτές αυτής της τουριστικοποίησης για να αντιληφθούμε ποιος είναι ο εχθρός της κοινωνίας.

Τα πρωτοβάθμια σωματεία, οι φοιτητικοί σύλλογοι, όλες οι οργανώσεις βάσης κι οι επιτροπές γειτονιών, είναι ανάγκη να δημιουργήσουν ένα κοινό μέτωπο αντίστασης και διεκδίκησης του δικαιώματος στη στέγη. Οι καταλήψεις των άδειων σπιτιών με την παράλληλη στήριξη των κινημάτων, η διεκδίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, η μαζική αντίσταση στις εξώσεις και η απαίτηση να τεθούν όρια στην ανεξέλεγκτη τουριστική εξάπλωση, μπορούν να αποτελέσουν κάποια βήματα στις πρώτες μάχες για το στεγαστικό πρόβλημα που αναπτύσσεται.

Να βγούμε αποφασιστικά κι επιθετικά στους δρόμους – όπως ήδη έχει ξεκινήσει σε κάποιες χώρες – προτού γίνει ο τόπος αυτός ενα απέραντο ξενοδοχείο.

Νοέμβρης 2018

Σκέψεις για το στρατόπεδο Μαρκοπούλου και τη ζωή σ’ αυτή την πόλη

«το κεφάλαιο δημιουργείται μέσω των περιφράξεων,
ενώ τα υποκείμενα στον αγώνα διαμορφώνονται μέσω των κοινών.
Ως εκ τούτου, η «επανάσταση» δεν είναι αγώνας για τα κοινά
αλλά μέσω των κοινών, όχι για αξιοπρέπεια, αλλά μέσω της αξιοπρέπειας».

Massimo de Angelis, The Beginning of History: Value Struggles and Global Capital

Το ζήτημα της απόδοσης στην κοινωνία του στρατοπέδου Μαρκοπούλου δεν μπορεί να ειδωθεί αποκομμένο από το συνολικό εξελισσόμενο σχεδιασμό αναμόρφωσης αυτού του τόπου. Παράλληλα λοιπόν, στα νότια παραχωρούνται θαλάσσια οικόπεδα για άντληση υδρογονανθράκων και λίγο έξω από την πόλη η στρατιωτική βάση στη Σούδα επεκτείνει διαρκώς τον κύκλο εργασιών της, ενώ ο ίδιος ο αστικός χώρος αναμορφώνεται με μοναδικό γνώμονα τις επιταγές της τουριστικής βιομηχανίας.

Παγιώνεται έτσι τοπικά μια συνθήκη που ευνοεί συγκεκριμένες μορφές ζωής αποκλείοντας άλλες.

Αφήνοντας κατά μέρος τις βάσιμες αντιρρήσεις για την ίδια την νομική κυριότητα του χώρου του στρατοπέδου από το υπ. αμύνης, προσπαθώντας να μην ανακατέψουμε και τη δεδομένη αποστροφή μας στο στρατιωτικό σύμπλεγμα που χαίρει ιδιαίτερων προνομίων στο νομό, θα εστιάσουμε σε δύο άλλες πτυχές του θέματος.

Η μετατροπή του κέντρου της πόλης από ζώνη κατοικίας και παραγωγικής εργασίας στη σημερινή ζώνη θεάματος και κατανάλωσης και η συνακόλουθη αλλοίωση του κοινωνικού ιστού ενισχύθηκε από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις πολεοδομικών σχεδίων με την έγκριση φυσικά της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο παραγόμενος χώρος ωστόσο δε νοείται χωρίς την διαδικασία που τον διαμορφώνει -στην προκειμένη την εμπορευματοποίηση- και χωρίς τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις που αναπαράγονται εντός του.

Έτσι βλέπουμε ορισμένες ομάδες συμφερόντων (π.χ. μαγαζάτορες στο λιμάνι, ξενοδόχοι) να διαμορφώνουν αποφάσεις δημοτικών συμβουλίων αλλά και να υιοθετούν αυθαίρετα φασιστικές πρακτικές «αστυνόμευσης» του δημόσιου χώρου απέναντι σε όποιον δεν ταιριάζει στο προφίλ του καταναλωτή.

Τέτοιες διαδικασίες μετασχηματισμού έχουν, πάντα, μια ταξική διάσταση, αφού είναι οι φτωχοί, οι εργαζόμενοι στον τουρισμό, οι μη προνομιούχοι και οι περιθωριοποιημένοι αυτοί που υποφέρουν πρώτοι και περισσότερο από τα αποτελέσματα τους (αύξηση των τιμών των ενοικίων, εξαφάνιση εργασιακών δικαιωμάτων, ακρίβεια των προϊόντων, εκδίωξη πλανόδιων από το λιμάνι).

Το ερώτημα λοιπόν ανάγεται στο αν θα έχει καν νόημα σε μερικά χρόνια να μένει κανείς δίπλα σε αυτή τη ρυπασμένη θάλασσα, σε αυτή την αλωμένη πόλη, όπου θα μπορεί μονάχα να βιοποριστεί σερβίροντας δήθεν παραδοσιακά εδέσματα, οδηγώντας πέρα δώθε τουριστικά λεωφορεία ή πουλώντας άθλια αναμνηστικά τυποποιημένων διακοπών. Και όταν θα φεύγουν, αν ποτέ, οι τουρίστες, θα μένουν ακόμη να χαροκοπούν οι μισθοφόροι πεζοναύτες της ΝΑΤΟϊκής βάσης συνεχίζοντας αδιάκοπα όλο το χρόνο αυτή την ψυχαγωγική δυστοπία.

“Η επινόηση κοινών χώρων σημαίνει κάτι πολύ παραπάνω από την επανιδιοποίηση διαθέσιμων μικρών κομματιών ανοιχτού χώρου. Σημαίνει, είτε αυτό γίνεται εμφανές είτε όχι, μερικές φορές με πλήρη συνείδηση, και άλλες όχι, τη δυνητική ανακάλυψη της συλλογικής ικανότητας δημιουργίας νέων, ενδεχομένως αντιφατικών, αλλά πάντα ανοιχτών, θεσμών του κοινού.”
Στ. Σταυρίδης, 2015

Η συζήτηση που ανοίγει τελικά, με αφορμή το χώρο του στρατοπέδου είναι αυτή του αστικού δημόσιου χώρου. Η ουσιαστική πλευρά αυτού του διαλόγου όμως, δεν βρίσκεται τόσο στο υλικό του διακύβευμα, όσο στις ίδιες τις κοινωνικές διεργασίες και τους αγώνες που εκκινούνται από αυτό. Με άλλα λόγια το σημαντικό δεν είναι αν θα παραδοθεί και με ποιους όρους στο δήμο η τάδε ή η δείνα αδόμητη έκταση, αλλά πώς θα συναντηθούν οι άνθρωποι να συζητήσουν ισότιμα και να πράξουν αυτόνομα με εμπιστοσύνη στις δικές τους δυνάμεις και αξίες.

Με αυτή την έννοια τα κοινά που μας αφορούν αποτελούν ανάχωμα ενάντια στις σχέσεις της πατριαρχίας, του εθνικισμού, του κεφαλαίου, και οποιουδήποτε άλλου συστήματος καταπίεσης, διάκρισης και εξουσίας επιδιώκει να τα σφετεριστεί. Είναι αυτοί οι οικειοποιήσιμοι χώροι που λείπουν από την πόλη, οι χώροι έκφρασης και συνάντησης των μη ορατών κομματιών της: του μετανάστη, του εργάτη, των ανθρώπων που ζουν την ενδότερη πραγματικότητά της.

Μακρυά πολύ από αυτό το σκεπτικό, διακρίνουμε ότι η διεκδίκηση του στρατοπέδου Μαρκοπούλου -στο βαθμό που δεν εστιάζει στην, παράλληλη έστω, ανάπτυξη μιας αυτόνομης δυναμικής- εμφορείται από ένα φαντασιακό ζωής στο πρότυπο της ευρωπαϊκής αστικής ευταξίας, όπου η ζωή (και η δουλειά) κυλάει απρόσκοπτα και το αστικό πράσινο συμπληρώνει την εικόνα του διαχωρισμένου χρόνου και χώρου, προσφέροντας ένα ευπρόσιτο, ευχάριστο περιβάλλον για ψυχική ανάταση – παυσίπονο ακριβώς για μια τέτοια ζωή. Με το επιχείρημα του “ρεαλισμού”, τα ίδια τα κοινωνικά κινήματα επαναπαύονται σε μια αμιγώς αιτηματική στάση απέναντι στις “αρμόδιες αρχές”, αποτυγχάνοντας να αμφισβητήσουν ένα θεμελιώδη διαχωρισμό: τη συνθήκη που λέει ότι η σχέση του καθενός με το περιβάλλον, φυσικό ή κοινωνικό -ακόμα και μεταφυσικό-, (πρέπει να) διαμεσολαβείται από τους επίσημους θεσμούς, κρατικούς ή εταιρικούς. Γι αυτό και προσδιορίζεται με συμβολαιογραφικούς όρους “δικαιωμάτων” (ποσόστωση αστικού πρασίνου, δικαίωμα στις διακοπές, στον καθαρό αέρα, στην εκπομπή ρύπων, στους καθαρούς δρόμους), και ανταποδοτικών “υποχρεώσεων” (φόροι, στρατός, πίστη στους νόμους).

Αυτό που μένει να μας συνδέει είναι η ιδιότητα μας ως “πολίτες”, δηλαδή ως υπηκόους. Έτσι η σχέση με το κράτος, αναπτύσσεται πάντα σε αντιδιαστολή στη σχέση με την “κοινότητα”.

Το πιο δύσκολο είναι να πούμε κάτι που προκαλεί το μυαλό ή τα συναισθήματα. Ίσως ο ίδιος ο λόγος να χάνει την βαρύτητά του, στην εποχή που “η πληροφορία μας κατακλύζει σαν κάποια εχθρική δύναμη”. Όπως το έθεσε και μια φίλη “όλα αυτά μοιάζουν τετελεσμένα”, όλα δηλαδή αναδίδουν την αίσθηση της αδυναμίας παρέμβασης σε αυτό που ζούμε. Εκεί ακριβώς έγκειται και η φοβερή ισχύ της παρούσας ρύθμισης. Μεταξύ άλλων σύγχρονων στοχαστών, το είπε και ο Berardi προτείνοντας την «κατανόηση της σημερινής κρίσης ως κάτι πιο θεμελιώδες από την οικονομική κρίση: πρόκειται για μια κρίση της κοινωνικής φαντασίας, και απαιτεί μια νέα γλώσσα για να την αντιμετωπίσει».