ΔΕΝ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΓΙΑ ΟΣΑ ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ, ΤΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ… (κείμενο)

Η στέγη, το ρεύμα, το νερό και η υγεία, είναι κοινωνικά αγαθά και όχι εμπορεύματα. Δηλαδή ο καθένας πρέπει να έχει πρόσβαση σε αυτά ανεξαρτήτως καταγωγής και κοινωνικής θέσης. Ενάντια λοιπόν στη λογική της εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης των βασικών αγαθών προωθούμε τη λογική των ελεύθερων κοινωνικών αγαθών στη βάση της αλληλεγγύης όπως ήδη συμβαίνει στα κοινωνικά ιατρεία και στις καταλήψεις στέγης.
Σε όλη τη χώρα, έτσι και στα Χανιά, υπάρχουν χιλιάδες άδεια σπίτια που ρημάζουν. Παρουσιάζεται ταυτόχρονα ένας υπερσυγκεντρωτισμός ιδιοκτησίας κατοικιών κυρίως από το κράτος και την εκκλησία, από φορείς όπως πανεπιστήμια καθώς και από ιδιώτες. Με την ανεργία να αγγίζει το 30%, με τους πολίτες ν’ αδυνατούν όλο και πιο συχνά να καλύψουν τις βασικότερες ανάγκες (κατακόρυφη αύξηση των εξώσεων σε μισθώσεις κατοικιών, απελευθέρωση των πλειστηριασμών για τη πρώτη κατοικία), αλλά και αυτούς πού έχουν ένα σπίτι να μην μπορούν πια να αποπληρώσουν τους κάθε λογής φόρους επί της ακίνητης περιουσίας, ενώ, την ίδια στιγμή, ένα τεράστιο ποσοστό των στεγαστικών δανείων δεν μπορούν να αποπληρωθούν. Οι επιλογές που έχουμε είναι συγκεκριμένες.
Είτε θα δεχθούμε, ότι ρεαλιστική λύση αποτελεί η λιτότητα, η αποπληρωμή του δημοσίου χρέους, οι μειώσεις μισθών και θα συνηθίσουμε έτσι στο θέαμα του θανάτου ανθρώπων στο δρόμο, είτε θα πιστέψουμε στις νέες ψηφοθηρικές υποσχέσεις για ένα καλύτερο μέλλον. Είτε θα μπούμε στα άδεια σπίτια. Οι καταλήψεις κτιρίων και σπιτιών που μένουν αναξιοποίητα και η απαλλοτρίωση ηλεκτρικού ρεύματος και νερού αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική λύση για όλους όσους αντιμετωπίζουν στεγαστικό πρόβλημα.
Ουδεμία έκπληξη λοιπόν όταν κάποιος αναλαμβάνει δημόσια την ευθύνη μιας τέτοιας κατάληψης στέγης στο χρόνια εγκαταλελειμμένο κτίριο του πολυτεχνείου, της οδού Μελιδόνη• ούτε ακόμη όταν οι γείτονες υποστηρίζουν ηθικά την πράξη του. Αυτό που θα έπρεπε να μας εκπλήσει είναι η άμεση απαίτηση από πλευράς της πρυτανείας για εκκένωση του κτιρίου καθώς και το μέγεθος της αστυνομικής κινητοποίησης για την έξωση. Η κατάσταση φωνάζει από μόνη της: το θέμα ξεπερνάει το προσωπικό πρόβλημα ενός αστέγου, είναι πλέον πολιτικό. Δε γίνεται αυτή του η πράξη να βρίσκει μιμιτές και ο καθένας να δρα και με παρησία να παίρνει τη ζωή στα χέρια του αμφισβητώντας έμπρακτα το νόμο.
Πολλοί βέβαια θα πουν πως «το κτίριο αυτό, αν και το έχει εγκαταλείψει ο ιδιοκτήτης του εδώ και χρόνια, ακόμη του ανήκει», ή ότι «είναι ιδιοκτησία του κράτους». Αυτός ο ισχυρισμός σίγουρα στέκει νομικά. Βάσει ποιου αξιακού κώδικα όμως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία είναι ανώτερο από το δικαίωμα στην στοιχειώδη επιβίωση; Ποια ηθική υπαγορεύει το νομοθέτημα που προστατεύει το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας, και αφήνει έρμαιο των οικονομικών και κοινωνικών καταστάσεων τον ίδιο τον άνθρωπο; Κι αν, για το νόμο, η κατάληψη στέγης είναι αδίκημα, τότε, τι ακριβώς είναι η υπερσυγκέντρωση ιδιοκτησίας;
Η πρυτανεία όμως ισχυρίζεται ότι η πολυτεχνειακή ιδιοκτησία είναι δημόσια ή εν πάση περιπτώσει αξιοποιείται για το δημόσιο συμφέρον. Ότι δηλαδή συμφέρει την κοινωνία να ρημάζει το νεοκλασσικό κτίριο παπαδοπέτρου που πρωτύτερα ήταν ζωντανό και ανοιχτό στον κόσμο με εκδηλώσεις και δραστηριότητες πολιτιστικών ομάδων, ότι συμφέρει την κοινωνία να φύγει η αρχιτεκτονική σχολή από τη χαλέπα, να απομακρυνθεί τελείως από την πόλη, και η γαλλική να γίνει συνεδριακό κέντρο προκειμένου να βρίσκονται πιο εύκολα έρευνες για ιδιωτικές εταιρείες και να πέφτει ρευστό, ότι τέλως πάντων το επίμαχο κτίριο της οδού Μελιδόνη καλύτερα να πέσει μόνο του παρά να στεγάσει οποιονδήποτε το έχει ανάγκη. Η αλήθεια είναι πως η μόνη μη ακαδημαϊκή αξιοποίηση πολιτεχνειακών ακινήτων είναι η ενοικίασή τους.
Εάν όμως θέλουμε να αλλάξουμε τούτη τη κατάσταση, θα πρέπει να δράσουμε οι ίδιοι, να παραμείνουμε αξιοπρεπείς χωρίς να ζητάμε ψίχουλα κρατικής φιλανθρωπίας. Και το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι οι νόμοι δεν είναι δοσμένοι από κάποιον θεό. Τους νόμους είτε τους δημιουργούμε εμείς, είτε μια ολιγαρχία. Μπορούμε να τους αλλάζουμε ή να τους καταργούμε, έχουμε (ηθικά τουλάχιστον) το δικαίωμα αυτό, όταν κρίνουμε ότι είναι κοινωνικά αναγκαίο.